Dimitris Lyacos

Dimitris Lyacos

 

 

 

 







Ζ213: Eξοδος (αποσπασμα)

 

o ηλιος που βγαινει απο το σταθμο σε κυνηγαει, ανεβαινει, μπαινει μπροστα σου, να βρεις εκει που ειχες μεινει, ψαξε, εκει η καπου αλλου, στις γκριζες προσοψεις που δε σε γνωριζουν, τι θυμασαι απ’ το δρομο που χανεται, γυρισε πισω σε μια γωνια κατσε για λιγο, και παλι ξανα, οι δρομοι που αλλαζεις ωρες που περπατας, γριες που σε κοιταζουν πισω απ’ το τζαμι μεγαλωνουν μικραινουν περπατας χωρις να βγεις πουθενα μεγαλωνουν οι δρομοι, μικραινουν, γερνουν κατω απ’ τα ποδια σου, σηκωνονται ανεβαινουν ξανα, σηκωνεσαι καθεσαι πας λιγο πιο περα, καποιον ρωτας, μπαινεις, μια εκκλησια γεματη, καποιος να πεθανε, ξεκουραζεσαι λιγο, κλειστα γονατα, ματια κλειστα, κατι θυμασαι βγαινεις παλι εξω, κι αλλοι μαζι, το κουδουνι, η πορτα που ξεκλειδωνει, θυρωρος, μπαινεις πισω τους μεχρι μεσα στο διαδρομο, μετα δεξια κι επανω τη σκαλα, χοντρα γυαλια, και μια κοκκινιλα κατω απ’ τη μυτη, δε σε προσεξε η σε περασε για αλλον, πώς να σε δει απ’ το φως στο σκοταδι, η δε βλεπει καλα, ανεβα τις σκαλες, μεχρι επανω, ξαπλωσε, σκεπασου ειναι νωρις ακομα για να κοιμηθεις. Κρυωνεις, σκεπασου, σφιγγεσαι, τρεμεις, απλωνεσαι, απ’ τα ποδια στο σωμα στα χερια ενα χλιαρο υγρο σε σκεπαζει, σε περασε για αλλον και σ’ αφησε, ποιοι αλλοι μενουν εδω, σε σκεπαζει, ξυπνας σ’ ενα ονειρο αδειος, τα ματια που ανοιγουν και μας χωριζουν ξανα, δε μπορεις να την τραβηξεις σε σενα, σηκωνεσαι, πεφτεις, διψας, ξυπνας για νερο, πολλες φορες η ιδια ιστορια, τι ωρα είναι, εξω τα φωτα, λογαριασε ποσα αναμμενα διπλα σε ποσα σβηστα, ο κουρασμενος σοβας από πανω που περιμενει σαν κατσαριδα, μονος κι ακινητος σαν κατσαριδα, ψαχνοντας απο δω κι απο κει ενα μερος ζεστο να κρυφτεις, απ’ τη ζεστη, ιδρωνεις, η στεγη κατεβαινει στα ποδια σου, το παραθυρο κατεβαινει στα ποδια σου, τι να δεις απο κει, μονο ουρανο, ουρανο χωρις τιποτα, τιποτα πανω απ’ τις στεγες, απ’ τα ποδια σου μεχρι τα γονατα, σηκωνεσαι βγαινεις στο διαδρομο, και τα αλλα δωματια αδεια, εκτος από εκει που ακουγεται ο υπνος, γυρνας στο κρεβατι με ματια ανοιχτα στο σκοταδι περιμενεις για να κοιμηθεις.

 

 

 

 

Z213: Exit (extract)

 

            Greek original translated in English by Shorsha Sullivan

 

Shorsha Sullivan was born in Dublin in 1932. He studied Classics at Leeds and has spent most of his working life in England. He has a special interest in Modern Greek theatre and poetry.

 

 

The sun leaves the station chases you, goes up, moves in front of you, find where you had stayed, there or elsewhere, on the grey facades that do not recognise you, what do you remember of the road that is lost, turn back to a corner sit down a while, and once again, the roads you are changing, hours that you wander, old women who look at you from behind the window grow bigger grow smaller you walk without coming out anywhere, the roads grow bigger grow smaller bend beneath your feet rise go up again, you get up sit go a bit further, ask someone, go in, a church crowded, did somebody die, you rest a little, closed knees, eyes closed, remember something go out again, others along with you, the bell, the door unlocked, porter, you go in behind them into the corridor, then on the right and up the staircase, thick glasses, and a red stain under his nose, he did not notice you took you for someone else, how could he see you looking from the light into the dark, he does not see well, go up the stairs, to the top, lie down, cover yourself, it is still too early to go to sleep. You are cold, cover yourself, you snuggle down, tremble, stretch out, from feet to body to hands a clammy fluid covers you, he took you for someone else and let you in, who else lives here, it covers you, you awake in a dream empty, the eyes that open and separate us again, you cannot pull her to you, you get up, you fall, you are thirsty, you wake up for water, many times the same story, what time is it, the lights outside, count how many on how many off, the tired plaster above waiting, like a cockroach, alone and still like a cockroach, seeking here and there a warm spot to hide in, from the heat you sweat, the roof comes down to your feet the window comes down to your feet, what can you see from there, only sky, sky without nothing, nothing above the roofs, from your feet right up to your knees, you get up go out into the corridor, the other rooms empty, apart from where sleeping can be heard, you go back to your bed with eyes open, in the dark you wait in order to sleep

 

 

 

 

AddThis Social Bookmark Button
Random Contributor
Kim Goldberg
Navigation
Newsletters